Ο Commodore 64, γνωστός και ως C64 (ή και CBM 64 ή VIC-64 στη Σουηδία), είναι προσωπικός υπολογιστής 8-bit που δημιουργήθηκε το 1982 από την Commodore International. Έχει συμπεριληφθεί στα Βραβεία Γκίνες ως ο υπολογιστής με τις μεγαλύτερες πωλήσεις όλων των εποχών, με ανεξάρτητες μετρήσεις να αναφέρουν ότι ο αριθμός των πωλήσεων κυμαίνεται μεταξύ 10 και 17 εκατομμυρίων κομματιών.[1] Η μαζική παραγωγή του ξεκίνησε στις αρχές του 1982.[2][3] Πήρε το όνομά του από τη μνήμη RAM 64 ΚΒ που διαθέτει. Είχε καλύτερο ήχο και προδιαγραφές γραφικής απεικόνισης σε σύγκριση με άλλα νεότερα συστήματα της εποχής του, όπως το Apple II και το Atari 800, καθώς μπορούσε να παρουσιάσει πολύχρωμα sprites και διέθετε πιο προηγμένο επεξεργαστή ήχου.

Ο Commodore 64 δεν διαθέτει εσωτερικά αποθηκευτικά μέσα μεγάλης χωρητικότητας (π.χ. σκληρούς δίσκους). Απαιτούμενα δεδομένα έπρεπε να φορτωθούν από εξωτερικές συσκευές (αρχικά από κασέτα, αργότερα από δισκέτα μέσω του floppy drive VC1541). Οι βασικές λειτουργίες του υπολογιστή βρίσκονταν σε τσιπ μνήμης ROM των 8 kB, το λεγόμενο KERNAL (Keyboard Entry Read, Network, And Link, σήμερα γνωστό ως KERNAL), βασικό μέρος των οποίων ήταν ερμηνευτής της γλώσσας προγραμματισμού BASIC (Commodore BASIC V2).